You are here: Home Αγγλικόσ
E-mail Print PDF

 


Απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων του Ρουμπέν Πάλμα «Από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο»

Μετάφραση από τα Δανέζικα: Σωτήρης Σουλιώτης

 

ΑΠΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΣΕ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ

  Η διαχωριστική μπάρα μετακινήθηκε και δυο αεροσυνοδοί πήραν θέση πίσω από έναν γκισέ. Το αεροπλάνο ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τους ανυπόμονους επιβάτες του.

 Χμ...καλύτερα να πληρώσω λίγο παραπάνω, να μην προλάβω να δω κάτι και μετά να το μετανοιώσω, παρά να σταθώ στην ουρά και για κάθε απειροελάχιστο, βασανιστικά αργό βήμα προς τα μπρος να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι στην πραγματικότητα δεν είμαστε παρά ένα ασήμαντο κοπάδι αγελαίων ζώων, που είναι υποχρεωμένα να προσαρμοστούν στον βάδισμα της αγέλης. Σκέφτηκα να περιμένω, να αφήσω την κούρασή μου στην αναπαυτική πολυθρόνα του αεροδρομίου, μέχρι να καταφέρω να μπω κατευθείαν στο αεροπλάνο.

  Η νεαρή Δανέζα, που συνάντησα δυο μέρες πριν στο καφέ του Χόρχε, ξεπρόβαλλε ξαφνικά στην αίθουσα τράνζιτ. Σταμάτησε, και κοίταξε λαχανιασμένη και σαστισμένη παντού και πουθενά, μέχρι που είδε την τεράστια ουρά ταξιδωτών και έτρεξε αμέσως εκεί. Προχωρούσε αγκομαχώντας φορτωμένη το μεγαλύτερο σακκίδιο που είχα δει ποτέ μου. Αναρωτιόμουν αν θα την άφηναν να μπει στο αεροπλάνο με αυτή τη σκηνή εκστρατείας στην πλάτη.

  Πριν εμφανιστεί, είχα αναρωτηθεί πολλές φορές πού χάθηκε. Τώρα ήταν εδώ, και σύντομα θα με έβλεπε. Στο καφέ του Χόρχε μου είχε πει ότι το ταξίδι της στην Λατινική Αμερική είχε αρχίσει πριν από ένα χρόνο, χιλιάδες χιλιόμετρα πιο βόρεια, στο Μεξικό. Και στην Δανία, πριν φύγει, είχε ορίσει χρόνο και τόπο επιστροφής: σήμερα από το Σαντιάγο. Γέλασα. Το δικό μου ταξίδι στη Χιλή είχε αρχίσει «μόλις» τρεις εβδομάδες πριν. Τί σύμπτωση να γυρίσουμε μαζί στη Δανία.

 Πώς την έλεγαν, να δεις, Γιέττε...Μέττε, Μερέτε...; Κάτι τέτοιο πάντως.

 Μου την είχε συστήσει ο Χόρχε, μαζί με άλλους τρείς νεαρούς Δανούς, δυο κοπέλες και ένα αγόρι, που κάθονταν σε ένα από τα τραπέζια της καφετερίας. Δώσαμε τα χέρια, συστηθήκαμε και μετά ήπιαμε τα άντερά μας όλη τη νύχτα. Από τους τέσσερις μόνο των δυο τα ονόματα θυμάμαι, αυτής της κοπέλας όμως όχι.

 Ο Χόρχε έκλεισε το μπαρ γύρω στις τέσσερις το πρωί, και στην κομψή του Μερσεντές στριμωχτήκαμε όλοι μαζί έξι άτομα, και πήραμε σβάρνα το νυχτερινό Σαντιάγο. Δοκιμάσαμε να μπούμε σε διάφορα κέντρα διασκεδάσεως, αλλά ακόμα και τα γνωστά στριπτιζάδικα με σάλσα της κακιάς ώρας ήταν πίτα. Η οικονομική ανάπτυξη της Χιλής έκανε αισθητή την παρουσία της όχι μόνο την ημέρα, αλλά και τη νύχτα.

 Μετά καταλήξαμε στο σπίτι του Χόρχε, όπου με περηφάνεια μας έβαλε να ακούσουμε παλιούς δανέζικους δίσκους-τα χιτ της δεκαετίας του 70- στο στερεοφωνικό του μάρκας Μπάνγκ & Όλουφσεν, που είχε την ίδια ηλικία με τους δίσκους. Κάποιες φορές φάνηκε να τον παίρνουν τα ζουμιά, όταν η κουβέντα έφτανε στον «παλιό καλό καιρό» στο τέλος του 74, τότε που εγώ και αυτός είμασταν οι δύο από ένα τσούρμο ντροπαλών Χιλιάνων, που ζούσαν τις πρώτες τους στιγμές στην εξορία, στο Βίμπυ του Ώρχους. Τότε που συναντιόμασταν με τους δανούς γείτονές μας στον συνοικισμό Γκραίφτχοϊπάρκεν, που μάθαμε Δανέζικα, που γιορτάσαμε την πρώτη μας Πρωτοχρονιά στη Δανία...κλπ.

-Θυμάσαι, ρε...; με ρωτούσε συνέχεια.  Φυσικά και θυμόμουν, όμως δεν μπορούσα να συμμεριστώ τη νοσταλγία του Χόρχε. Εγώ μένω ακόμα στη Δανία.

 Σε μια στιγμή, όταν οι Δανοί, το αγόρι  και οι τρεις κοπέλες, χόρευαν όλοι μαζί ένα κουβάρι, σαν μεθυσμένα αγγελούδια γύρω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, στάθηκε για λίγο συλλογισμένος και μετά μου είπε:-Καλοί άνθρωποι....Καλοί άνθρωποι, εκατό τα εκατό! Μιλούσε για τους Δανούς που είχε στο σπίτι του εκείνο το βράδυ και για όλους τους Δανούς στους αιώνες των αιώνων. Και πρόσθεσε:  -Και φέρθηκαν καλά και σε μας τους δυο...και σε όλους τους άλλους μπινέδες!

 Οι «άλλοι μπινέδες» ήταν οι άλλοι πρόσφυγες από τη Χιλή. Ο Χόρχε είναι ένας από τους πολλούς πρώην πρόσφυγες, που μιλάνε χλευαστικά για τους πρώην ομοϊδεάτες τους. Όμως είναι και από τους λίγους που κατάφεραν να γυρίσουν στην πατρίδα και να πιάσουν την καλή.

 Το μάτι μου πήρε την κοπέλα. Εκείνη με είδε και μου έκανε νόημα. Το να μη σηκωνόμουν από τη θέση μου θα σήμαινε αδιαφορία για αυτήν, κάτι που σίγουρα δεν ένοιωθα. Και ήμουν έτοιμος να σηκωθώ και να προχωρήσω προς το μέρος της και να σταθώ μαζί της στην ουρά των επιβατών, όταν άκουσα μια γυναικεία φωνή από τα μεγάφωνα να λέει: «El señor Hector Alberto Zurita Alfaro, en el sector transito, dirijase por favor a la policia internacional, que lo espera a la entrada del sector»*.

 Σε πρώτη φάση πίστεψα ότι ήταν ο πονοκέφαλος από το μεθύσι της προηγούμενης νύχτας, που με κορόιδευε και με έκανε να μπερδεύω τις αναμνήσεις με την πραγματικότητα. Γιατί τα μεγάφωνα είχαν καλέσει τον Έκτορ Ζουρίτα, που ήμασταν εφτά χρόνια συμμαθητές. Από τα δέκα μέχρι που φύγαμε από το γυμνάσιο στην ηλικία των 17 ο Ζουρίτα και εγώ πηγαίναμε στην ίδια τάξη στο Ινστιτούτο Νασιονάλ, το πιο παλιό σχολείο της Χιλής.

 Τα ισπανικά ονόματα σε πλήρη μορφή αποτελούνται –τουλάχιστον-από δύο μικρά ονόματα και δύο επίθετα. Το πρώτο και το δεύτερο επίθετο είναι πάντα το πρώτο επίθετο του πατέρα και της μητέρας. Είναι απελπιστικά σπάνιο δυο άνθρωποι να έχουν τελείως ίδια ονόματα. Σε αυτή την περίπτωση τα δύο μικρά ονόματα, αλλά και τα δύο επίθετα ταίριαζαν. Δεν μπορούσε παρά να είναι ο Ζουρίτα, ο συμμαθητής μου.

  Σύμφωνα με την ανακοίνωση ο Ζουρίτα, που πιθανότατα βρισκόταν στην ίδια αίθουσα με μένα, έπρεπε να απευθυνθεί στην πολίσια ιντερνασιονάλ του αεροδρομίου: μια ειδική αστυνομία του αεροδρομίου.

 Η διαπίστωση εκείνη με έκανε να σαστίσω. Είχα να δω τον Ζουρίτα από τότε που τελειώσαμε το γυμνάσιο, και τώρα, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, η μοίρα μας έφερνε και τους δυο μας τον έναν μόλις λίγα μέτρα από τον άλλο σε εκείνο το αεροδρόμιο.

 Έβλεπα το πρόσωπο του Ζουρίτα. Τα πλακατζίδικα πράσινα μάτια του. Το ροδαλό δέρμα του και τα λεπτά όμορφα χαρακτηριστικά του. Άκουγα τη φωνή του, λίγο δυνατή, κάπως εύθραυστη, όπως και ο ίδιος. Τον έβλεπα αφάνταστα καθαρά, γύρω στα 11 με 12, να μπαίνει στην τάξη με το κομψό και άνετο στίλ του, που έδινε την εντύπωση ότι φορούσε κάτι διαφορετικό από το ανώνυμο μπλε σακάκι της σχολικής στολής, το άσπρο πουκάμισο, τη μπλε γραβάτα, το γκρι παντελόνι και τα μαύρα παπούτσια.

  Δεν ξέρω γιατί...αλλά στα όνειρα ή στις τυχαίες αναμνήσεις, που κάποτε κάποτε εισβάλλουν στο παρόν, βλέπω πάντα τους συμμαθητές μου στην ηλικία των 11 με 12 ετών. Αν θέλω να τους δω σε άλλες ηλικίες, όπως π.χ., στα 15, 16 ή 17, πρέπει να κάνω μεγαλύτερες προσπάθειες και να βάλω τη μνήμη μου να δουλέψει περισσότερο. Μου πέρασε η σκέψη ότι δυσκολευόμουν να θυμηθώ τα νιάτα μου, γιατί τότε είχα αρχίσει να δέχομαι τα πρώτα δυνατά χαστούκια από τη ζωή.

  Ναι, όταν ο Ζουρίτα ήταν παιδί 11-12 χρονών, έμοιαζε κιόλας με μικρό πλεϊμπόυ, που διέσχιζε τους αμέτρητους διαδρόμους και ανεβοκατέβαινε τις ατελείωτες σκάλες του Ινστιτούτο Νασιονάλ, σαν να η ζωή στο γυμνάσιο να ήταν κάτι καταναγκαστικό, αλλά ουσιαστικά αδιάφορο γι' αυτόν.

  Κατά τα άλλα όλοι μοιάζαμε με μικρούς μεγάλους. Μεγαλώσαμε σε μια εποχή, που ήθελε να κάνει τα αγόρια άντρες σε χρόνο μηδέν. Σύμφωνα με τους κανόνες της σχολικής ζωής στη Χιλή οι μαθητές απευθύνονταν ο ένας στον άλλο με το επίθετο. Τα μικρά ονόματα βρίσκονταν μόνο στα επίσημα μητρώα του σχολείου. Στον δάσκαλο ή τη δασκάλα λέγαμε μιλούσαμε πάντα στον πληθυντικό. Οι δάσκαλοι μπορούσαν να μας μιλάνε στον ενικό, όμως χρησιμοποιούσαν συνειδητά τον πληθυντικό, για να διατηρήσουν την απόσταση, και κυρίως, για να ανταποκριθούν στην απαίτηση να συνθλίψουν την παιδική ηλικία όσο πιο γρήγορα γινόταν.

  Ο καθηγητής Ιστορίας, ο σενιόρ Γκρεζ: «Πάλμα, πάντα πίστευα ότι η ηλιθιότητα είχε όρια, ύστερα όμως από την απάντησή σας είμαι υποχρεωμένος να αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Καθίστε κάτω να μην σας βλέπω!». Και εγώ γυρνούσα στη θέση μου ύστερα από μια άτυχη προσπάθεια αυτοσχεδιασμού στην Αρχαία Ιστορία.

 Ή ο διευθυντής του σχολείου, ο σενιόρ Παβέζ: «Πάλμα, ο τρόπος που φοράτε τη στολή του Ινστιτούτο Νασιονάλ αποτελεί προσβολή προς το σχολείο μας. Ή θα το καταλάβετε μια και καλή, ή καλό είναι να αρχίσετε να ψάχνετε για κάποιο άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα!». Και εγώ αναρωτιόμουν γιατί τα παπούτσια μου λερώνονταν τόσο γρήγορα και το παντελόνι μου τσαλακωνόταν.

 Ο Ζουρίτα συνδύαζε την ατημελησία με την κομψότητα. Είμαι σίγουρος ότι ο διευθυντής του σχολείου, ο σενιόρ Παβέζ, δεν τον επέπληξε ποτέ, παρ' όλο που φορούσε συχνά τη γραβάτα του στραβά ή τα φιγουράτα παπούτσια του ήταν καφετιά και από σεβρό και όχι μαύρα και δερμάτινα, όπως προέβλεπε ο κανονισμός του σχολείου.

 Εμείς οι άλλοι δεν είμασταν παρά ανώνυμοι μικροί άντρες με στολή, ενώ ο Ζουρίτα ακτινοβολούσε προσωπικότητα και στιλ. Στην εξέταση (ντισερτασιόν), όταν δηλαδή σηκωνόταν να πει μάθημα, αυτό αποδεικνυόταν ξεκάθαρα.

 Ήμασταν στην έβδομη τάξη. Όταν είχαμε λογοτεχνία έπρεπε όλοι να σηκωθούμε και μιλήσουμε για ένα διάσημο πρόσωπο. Ο καθηγητής βαθμολογούσε τον καθένα μας σύμφωνα με την επίδοσή του στην παρουσίαση του εν λόγω προσώπου. Όπως όλα τα άλλα, έτσι και η ντισερτασιόν κρατούσε εβδομάδες και γινόταν με αλφαβητική σειρά, σύμφωνα με το πρώτο γράμμα του πρώτου επιθέτου του κάθε μαθητή. Έτσι ο Ζουρίτα ήταν ο τελευταίος που στεκόταν μπροστά σε όλη την τάξη και εξιστορούσε τον βίο και πολιτεία ενός διάσημου προσώπου.

 Και ο Ζουρίτα μιλούσε με άνεση, πηγαίνοντας πάνω-κάτω σαν να μην τρέχει τίποτα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κουνούσε και τα χέρια του για να υπογραμμίσει αυτά που έλεγε, και σε διαφορετικές κατευθύνσεις όταν έκανε διάλλειμμα. Πριν από αυτόν όλοι μας στεκόμασταν καρφωμένοι στο πάτωμα, χωρίς να κάνουμε ούτε μία χειρονομία, και με τα νεύρα να μην αφήνουν το βλέμμα μας να προχωρήσει ένα χιλιοστό πιο πέρα από ένα αόρατο σημείο στον ακριανό τοίχο της αίθουσας. Όλη η τάξη τα είχε χαμένα. Ένας μαθητής 11 χρονών να ποζάρει σαν καθηγητής!

 Ο δάσκαλος διέκοψε τα πνιχτά μας γέλια, απέβαλε δυο μαθητές και υπογράμμισε ότι ήμασταν τούβλα που δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τις ικανότητες του Ζουρίτα. Αυτή ήταν ντισερτασιόν! Το χαμόγελο του Ζουρίτα άφηνε να φανεί ότι ο Ζουρίτα είχε προβλέψει την αντίδραση του δασκάλου και απολάμβανε την κατσάδα που τρώγαμε.

 Ο Ζουρίτα (όπως και εγώ) δεν φιγουράραμε ποτέ ανάμεσα στους 10 καλύτερους από τους συνολικά 40 μαθητές της τάξης. Στο ελιτίστικο γυμνάσιο που πηγαίναμε δεν υπήρχε θέση για μέτριες επιδόσεις: οι υπόλοιποι 30 τιτλοφορούνταν με φανερή περιφρόνηση από τους άλλους «ο σωρός» («ελ μοντόν»). Πέρα από αυτό, ήταν και ελεϊνός στη γυμναστική. Το σώμα του δεν είχε ούτε δύναμη, ούτε ευελιξία.

 Όμως ο Ζουρίτα είχε αυτό που οι Χιλιάνοι αποκαλούν «σπίθα» («τενέρ τσίσπα»). Έχεις «σπίθα» αν έχεις την ικανότητα να δείχνεις αυθεντικότητα, να ξεπερνάς τα εσκαμμένα. Τη σπίθα του την έδειξε όταν γελοιοποίησε τον Κεσάδα, τον πιο φανατικό κομμουνιστή της τάξης. Πρέπει να ήταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μας, γύρω στα 15.

 Σε ένα διάλλειμμα ο Κεσάδα είχε βαλθεί για τα καλά να μας εξηγήσει ότι όλοι μας μια μέρα θα έχουμε ηγετικό ρόλο στο προτσές της εκμετάλλευσης των φτωχών λαϊκών μαζών της Χιλής. Η εκπαίδευση που μας δίνανε στο Ινστιτούτο Νασιονάλ δεν είχε παρά μονάχα αυτό τον σκοπό. Ο γνώριμος μελοδραματισμός του αυξανόταν, χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του το κοινό, που είχε κιόλας αρχίσει να τον βαριέται.  

 Ξαφνικά ο Ζουρίτα προχώρησε προς τον Κεσάδα και του έσφιξε το δεξί χέρι, σαν να ήθελε να τον χαιρετίσει, ενώ με το αριστερό τον χτύπησε ενθαρρυντικά και με ενθουσιασμό στον ώμο.

 Ο λεκτικός χείμαρρος του Κεσάδα σταμάτησε αμέσως. Τα είχε χάσει τελείως που ο Ζουρίτα τον συνεχάρη απροσδόκητα, αλλά και εξίσου απροσδόκητα τον είχε διακόψει. Τότε ο Ζουρίτα, ενώ ο Κεσάδα δεν είχε ακόμα τελειώσει τον συναρπαστικό λόγο του, είπε: -Άψογο! Τέλειο! Μεγάλε, συμφωνώ απολύτως! Και συνέχισε να χτυπάει ενθαρρυντικά στην πλάτη τον σαστισμένο Κεσάδα. –Μεγάλε, συμφωνώ απολύτως!

 Για μια στιγμή ο Κεσάδα πίστεψε, όπως και όλοι μας, ότι οι ρητορικές του ικανότητες όντως τύγχαναν αναγνώρισης, αλλά ότι ο Ζουρίτα είχε κάνει λάθος, καθ' ότι η ομιλία του δεν είχε τελειώσει ακόμη. Τότε όλοι ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια, μαζί μας και ο Κεσάδα, που ξαφνικά κατάλαβε ότι όταν άρχιζε τις πολιτικές συζητήσεις, έχανε τελείως τον έλεγχο.

 Όλοι μαζί δεν είχαμε καταφέρει να απαλλαγούμε από τις βασανιστικές εξάρσεις του Κεσάδα, και ο Ζουρίτα τον καθάρισε μόνος του, ανελέητα και φινετσάτα, με μονάχα δυο καλές κουβέντες, μια χειραψία και μερικά χτυπηματάκια στον ώμο.

 Το υπόλοιπο της χρονιάς κανείς μας δεν τόλμησε να ανακατευτεί ιδιαίτερα σε λόγους και επιχειρηματολογίες. Ο κάθε ομιλητής θεωρούσε ότι έπρεπε να περιορίσει το χρόνο ομιλίας και τις συνοδευτικές κινήσεις όσο γινόταν περισσότερο, μην τυχόν και κάποιος από τους ακροατές του τον βάλει στη θέση του με μια χειραψία, χτύπημα στον ώμο και την απλή φράση: «Μεγάλε, συμφωνώ απολύτως!».

 Μια ακόμα απόδειξη της «σπίθας» του Ζουρίτα ήταν η ερώτηση: «Πρωί ή απόγευμα;». Η αρχή έγινε με την ολοζώντανη περιγραφή του καθηγητή στο μάθημα της Ιστορίας για τη μάχη των Θερμοπυλών στην αρχαιότητα ανάμεσα σε μια χούφτα γενναίους Σπαρτιάτες του ήρωα Λεωνίδα και τις μυριάδες των Περσών του βασιλιά Ξέρξη. Ένας αγγελιαφόρος των Περσών προσπάθησε να πείσει τον Λεωνίδα ότι η αντίστασή του ήταν μάταιη. Και το επιχείρημα του αγγελιαφόρου ήταν ότι οι Πέρσες θα ρίξουν τόσα πολλά βέλη στους Έλληνες, που θα σκοτεινιάσει ο ουρανός. Ο Λεωνίδας, που δεν μασούσε, του απάντησε τότε ότι αυτό τον βόλευε, γιατί οι Σπαρτιάτες πολεμούν καλύτερα στο σκοτάδι.

 Αυτή η παλικαρίσια τσαμπουκαλεμένη απάντηση προξένησε το θαυμασμό των 40 αγοριών της τάξης. Ο καθηγητής, που σίγουρα είχε ξαναδεί αυτή την αντίδραση, έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα, για να απολαύσουμε και να βιώσουμε καλύτερα το επισόδειο εκείνο σε όλη του την ομορφιά.

 Ο Ζουρίτα ζήτησε το λόγο σηκώνοντας το χέρι του. Ο καθηγητής του έγνεψε καταφατικά, και ο Ζουρίτα σηκώθηκε και έσπασε την γεμάτη δέος σιωπή ρωτώντας: -Ήταν πρωί ή απόγευμα;

 Είχαν περάσει πάνω από 2.000 χρόνια από τότε και δεν είχε απολύτως καμία σημασία αν ο Λεωνίδας έδωσε την περίφημη απάντησή του στους Πέρσες πρωί ή απόγευμα. Πώς του ήρθε να κάνει μια τόσο γελοία ερώτηση; Ξεχάσαμε την αυστηρή πειθαρχία και αρχίσαμε να γελάμε μέχρι σπασμών.

 Ο καθηγητής, που είδε την παράδοσή του να τινάζεται στον αέρα από τα γέλια μας, είπε στον Ζουρίτα να ξανασηκωθεί.

 -Μια τόσο ηλίθια ερώτηση δεν μπορεί, παρά να έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο...είπε και περίμενε την απάντηση του Ζουρίτα.

 -Συγγνώμη, σενιόρ. Δεν σκέφτηκα όσο θα έπρεπε, απάντησε αμέσως ο Ζουρίτα με προσποιητή αθωώτητα.

 Τους μήνες που ακολούθησαν η ερώτηση αυτή επαναλαμβανόταν σε άπειρες περιστάσεις. Για παράδειγμα κάποιος έλεγε σε ένα τσούρμο ξαναμμένων ακροατών για το πώς κατάφερε να χώσει το χέρι του κάτω από τη φούστα κάποιου κοριτσιού. Και εκεί που όλοι κρατούσαν την ανάσα τους, όταν δηλ. τα δάχτυλά του πλησίαζαν με ξέφρενη ταχύτητα το κυλλοτάκι, κάποιος από το ακροατήριο τον διέκοπτε και του έκανε την ερώτηση που τους ξενέρωνε όλους ανεξαιρέτως:

 -Ήταν πρωί ή απόγευμα;

 Η ερώτηση αυτή είχε τη μοναδική ικανότητα να καταστρέφει το δυναμισμό της οποιασδήποτε αφήγησης, και πέρα από αυτό να γελοιοποιήσει πλήρως τον αφηγητή της. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όλοι όσοι είχαν να πουν κάτι πραγματικά ενδιαφέρον, το υπογράμμιζαν προσθέτοντας και μια οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, π.χ., «...ας πούμε ότι ήταν βράδυ». Έτσι μπορούσαν να προφυλαχτούν από το πειρακτικό σχόλιο, που διαφορετικά θα τους γείωνε τελείως.

 Ο Ζουρίτα...το λεπτοκαμωμένο και τετραπέρατο παιδί, που με το χιούμορ του μπορούσε να τσακίζει τη δραματική και σοβαροφανή καθημερινότητα. Παραξενεύτηκα πάρα πολύ όταν έμαθα ότι ήταν ένα από τα ηγετικά στελέχη στην αντίσταση κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ.

 

  Στα τέλη του 1971 ο Ζουρίτα, εγώ και όλη η τάξη μας τέλειωσε το γυμνάσιο. Το πρόγραμμα προέβλεπε αμέσως μετά να μπούμε στο πανεπιστήμιο και να κάνουμε όσο το δυνατόν πιο εντυπωσιακή καριέρα, για να επιβεβαιώσουμε τη φήμη του Ινστιτούτο Νασιονάλ και να φανούμε χρήσιμοι στην πατρίδα μας. Όταν τελείωσα το γυμνάσιο ανακατεύτηκα σε δραστηριότητες, που τρία χρόνια αργότερα, το 1974, θα με έφερναν στη Δανία. Και σαν σύννεφα που τα διαλύει δυνατός άνεμος, οι παλιοί συμμαθητές εξαφανίστηκαν από τη ζωή μου.

  Ήταν γύρω στα τέλη του 1983, και είχα να δω τον Ζουρίτα σχεδόν 12 χρόνια, όταν διάβασα σε μια χιλιάνικη φιλοκυβερνητική εφημερίδα, ότι ο Έκτορ Αλμπέρτο Ζουρίτα Άλφαρο, που ηγείτο του ένοπλου τμήματος της μεγαλύτερης τρομοκρατικής οργάνωσης στη Χιλή, και που καταζητούνταν εδώ και πολύ καιρό, συνελήφθη τελικά από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ύστερα από ένα επεισόδιο με έντονη ανταλλαγή πυροβολισμών είχε τραυματισθεί σοβαρά και ήταν στο νοσοκομείο του Σαντιάγο. Η εφημερίδα έγραφε ακόμα ότι ήταν 29 χρονών και πρώην μαθητής του Ινστιτούτο Νασιονάλ.

 Ο Ζουρίτα ηγέτης παράνομης αντιστασιακής ομάδας (και μάλιστα του ένοπλου τμήματος), βαρειά τραυματισμένος, με οπλισμένους φρουρούς γύρω του 24 ώρες το 24ωρο. Στην τάξη μου υπήρχαν πολλοί άλλοι, που θα φανταζόμουν στη θέση του πολύ πιο εύκολα.

 Για παράδειγμα ο Σάιετς, που ο πατέρας του ήταν βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ήταν άσσος στο καράτε, τις βόμβες και τα εκρηκτικά, όπως και στον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν –ύστερα από άπειρα ταξίδια στην Κούβα. Και οι διαφωνίες ήταν έντονες στο γυμνάσιο, όταν μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας έδειξε μια μέρα τον Σάιετς δίπλα στον πρόεδρο Αλιέντε με ένα Καλάσνικοφ στο χέρι. Ήταν καλό ή κακό να είναι ένας μαθητής σωματοφύλακας του προέδρου και να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του με ένα ρώσσικο αυτόματο παραμάσχαλα;;

 Ο Σάιετς ήταν μεγαλόσωμος με βαρειά δυνατά χέρια και μια αυτοπεποίθηση γεμάτη επισημότητα, σαν ιερέας. Στις συζητήσεις επιχειρηματολογούσε πάντα με ηρεμία και ψυχραιμία, σαν να μιλούσε σε ανθρώπους οι οποίοι δεν έφταιγαν που δεν ήξεραν και πολλά για την υπεραξία, την εκμετάλλευση, τον ιμπεριαλισμό κλπ. Δεν αμφέβαλε. Δεν επέκρινε.

 Για τον Σάιετς ο κύβος είχε κιόλας ριφθεί. Και θα έδινε το παρόν όταν η πάλη των τάξεων τον καλούσε. Από όσο ξέρω, ο Σάιετς έπεσε πολεμώντας τους στρατιώτες της ίδιας του της χώρας στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, την μέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Η τύχη του Σάιετς δεν ήταν έκπληξη για κανέναν.

 Όμως για μένα ήταν μεγάλη έκπληξη η θεαματική πορεία του Ζουρίτα. Εγώ τουλάχιστον με τίποτα δεν μπορούσα να φανταστώ την λεπτή φωνή του να διατάζει επιχειρήσεις σαμποτάζ ή το εξίσου λεπτοκαμωμένο χέρι του να κρατάει σταθερά το πιστόλι.

 Μερικά χρόνια μετά, το 1988 ή το 1989, ακριβώς δεν το θυμάμαι, διάβασα σε μια χιλιάνικη εφημερίδα ότι το ηγετικό στέλεχος τρομοκρατικής οργάνωσης Έκτορ Ζουρίτα είχε (ξανά) τραυματισθεί σοβαρά στη φυλακή του Σαντιάγο, όταν κάποιος τον μαχαίρωσε σε μια σύγκρουση ανάμεσα σε πολιτικούς και ποινικούς κρατούμενους.

 

 Τα μεγάφωνα επανέλαβαν την ανακοίνωση. Τώρα έπρεπε να αφήσω κατά μέρος τις αναμνήσεις και να συμβιβαστώ με το πραγματικό γεγονός ότι ο Ζουρίτα και εγώ βρισκόμασταν στην ίδια αίθουσα τράνζιτ. Σηκώθηκα χωρίς να ξέρω γιατί. Η κοπέλα από τη Δανία, που ακόμα στεκόταν στην ουρά, που όλο και προχωρούσε προς τα εμπρός, μου χαμογέλασε. Εγώ σαστισμένος της έκανα νόημα. Οι σκέψεις είχαν μαζευτεί στο μυαλό μου σαν κουβάρι.

 Ο Ζουρίτα ετοιμαζόταν να φύγει από τη χώρα. Αλλοιώς τί γύρευε στην αίθουσα τράνζιτ του αεροδρομίου; Όμως τον είχε καλέσει η αστυνομία. Ίσως προσπαθούσε να εγκαταλείψει τη χώρα παράνομα...και τον ανακάλυψαν. Το 1983 είχε μπει φυλακή για δραστηριότητες, που θα μπορούσαν μια χαρά να τον στείλουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Θα ήταν τελείως αλλόκοτο να μπορεί μόλις 14 χρόνια μετά να φύγει από τη Χιλή σαν οποιοσδήποτε νορμάλ επιβάτης.

 Ξέρω τη χώρα που με γέννησε. Η άκρως καλοδιατυπωμένη και ευγενική παράκληση των μεγαφώνων, που τον καλούσε να απευθυνθεί στην αστυνομία του αεροδρομίου σήμαινε ότι αστυνομικοί με πολιτικά κιόλας έψαχναν τον Ζουρίτα. Θα μπορούσε να έρθει από μόνος του στην αστυνομία του αεροδρομίου. Όμως εκείνοι θα τον έψαχναν, σαν έμπειρα λαγωνικά, μέχρι να τον βρούνε.

 Ένα τεράστιο παράθυρο, από όπου φαίνονταν τα αεροπλάνα που περίμεναν στους διαδρόμους προσγειώσεως, μου έλεγε ότι βρισκόμουν στην τελευταία έξοδο. Γύρισα και κοίταξα προς την άλλη άκρη της αίθουσαν τράνζιτ. Κάπου εκεί ήταν ο Ζουρίτα, ο συμμαθητής μου.

 Άφησα τις χειραποσκευές μου και άρχισα να προχωρώ προς την άλλη άκρη της αίθουσαν τράνζιτ. Η Δανέζα τά 'χασε. Είχα σηκωθεί και της είχα κάνει νόημα, όμως αντί να πάω και να της κάνω παρέα στην ουρά, εγώ απομακρυνόμουν από εκείνη και από την ουρά που κατέληγε στο αεροπλάνο και στη Δανία.

 Έπρεπε να βρω τον Ζουρίτα, να του μιλήσω, πριν τον βρει η αστυνομία. Ήταν μια σκέψη, που μου ήταν αδύνατον να της αντισταθώ.

 Για μια στιγμή θυμήθηκα το 1984, όταν εγώ ο ίδιος είχα μια δυσάρεστη επίσκεψη στην αστυνομία αεροδρομίου, που τότε ήταν τμήμα της μυστικής αστυνομίας της δικτατορίας. Είχα να πάω στη Χιλή από τότε που έφυγα το 1974. Μια απόφαση αμνηστείας έδινε σε χιλιάδες εξόριστους Χιλιάνους την ευκαιρία να ξαναδούν τη χώρα τους. Όταν μου έβαλαν σφραγίδα στο δανέζικο διαβατήριό μου, πάτησαν ένα κουμπί κάτω από τον γκισέ, και μια ομάδα αστυνομικών με πολιτικά μου ζήτησε να τους ακολουθήσω. Η Δανέζα που ζούσαμε μαζί τότε, και που είχε έρθει πιο πριν στο Σαντιάγο και με περίμενε στην αίθουσα αφίξεων, φοβήθηκε και άρχισε να ρωτάει το προσωπικό του αεροδρομίου, τους πιλότους και τις αεροσυνοδούς πού χάθηκα. Ήμουν ο μοναδικός επιβάτης του αεροπλάνου μου που δεν ήρθα στην αίθουσα αφίξεων. Οι αστυνομικοί που με κρατούσαν έβλεπαν από ένα παράθυρο τις άκαρπες προσπάθειές της να με βρει. Ύστερα από μια διόλου ευχάριστη ανάκριση, κάποιες υπογραφές εδώ και εκεί και μια υπόμνηση ότι οποιαδήποτε ενέργεια εχθρική προς την κυβέρνηση θα μου κόστιζε ακριβα, με άφησαν. Το σίγουρο είναι ότι χωρίς τον σαματά της θα με είχαν κρατήσει πολύ περισσότερο.

 Τώρα εγώ φανταζόμουν ότι η παρουσία μου και μόνο θα βοηθούσε. Το ότι υπάρχουν μάρτυρες σε μια σύλληψη με πολιτικά κριτήρια ασκεί μια μορφή πίεσης στην εξουσία, που μπορεί να ωφελήσει τον συλληφθέντα. Η Χιλή δεν είχε πια δικτατορία, όμως η περίπτωση του Ζουρίτα μπορούσε να προκαλέσει τις χειρότερες αντιδράσεις στις αρχές δημοσίας τάξεως. Οι δραστηριότητές του στην αντίσταση κατά της δικτατορίας είχαν κατά κανόνα στόχο την αστυνομία και το στρατό.

 Έπειτα υπάρχουν και άλλα πιθανά σενάρια. Για παράδειγμα θα μπορούσε ο Ζουρίτα να μου δώσει ένα νούμερο τηλεφώνου να πάρω και να πω ότι τον συνέλαβαν στο αεροδρόμιο. Ήμουν έτοιμος να κάνω πάρα πολλά για να τον βοηθήσω.

 Κατά βάθος έλπιζα να συνέβαινε το ευνοϊκότερο, το πιο απλό σενάριο: να έφευγε από τη Χιλή νόμιμα, και η παράκληση των μεγαφώνων να οφειλόταν σε μια ασήμαντη γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Αν συνέβαινε αυτό, θα του χτυπούσα εγκάρδια τον ώμο, σαν παλιός φίλος, όπως τότε που ήμασταν συμμαθητές στο Ινστιτούτο Νασιονάλ, και θα του ευχόμουν καλή τύχη...κάτι που για την ώρα μάλλον δεν είχε.

 

 

 Τα υπολείμματα του πονοκέφαλου από το νυχτερινό μεθύσι, που με συνόδευε στο αεροδρόμιο, σκορπίστηκαν σαν καπνός από τα νευρικά μου βήματα μέσα στην αίθουσα τράνζιτ. Και ξαφνικά κατάλαβα, ότι έψαχνα έναν Ζουρίτα περίπου 11 χρονών, με σχολική στολή, ζωηρό και πειραχτήρι. Τώρα θα ήταν, όπως και εγώ, γύρω στα 40. Και η παραμονή του στη φυλακή, με τα βασανιστήρια στην ημερήσια διάταξη, συν τις δύο φορές που τραυματίστηκε σοβαρά, σίγουρα θα τον είχαν αλλάξει για τα καλά.

 Προχωρούσα όλο και πιο γρήγορα, ενώ απέκλεια παιδιά, νέους, ηλικιωμένους και όλες τις γυναίκες. Τα λεπτά έτρεχαν. Ούτε ένας από τους άνδρες που είχαν την τύχη να τους προσέξω, δεν θα μπορούσε να ήταν ο Ζουρίτα.

 Πέρα από αυτό έψαχνα και για κάποια ξεχωριστή κίνηση ή περιστατικό, κάτι ασυνήθιστο στη ρουτίνα ενός αεροδρομίου. Όπως π.χ., τρεις άνδρες, τον μεσαίο με σκοτεινιασμένο πρόσωπο, και τους άλλους δυο δυνατούς, έμπειρους, ντυμένους στην τρίχα και με τα πιστόλια να φουσκώνουν κάτω από τα σακάκια τους. Ή έναν άνθρωπο σκυφτό, παραδωμένο στη μοίρα του, που δεν περίμενε να μπει σε αεροπλάνο, αλλά να τον βρουν και να τον πάνε μακριά. Έναν άνθρωπο που ήταν και δεν ήταν ο συμμαθητής που θυμόμουν. Έψαχνα ένα αίνιγμα.

 

 Πώς κατέληξε ο Ζουρίτα στον κόσμο των ανταρτών; Έναν κόσμο που τρέφεται από δεσμευτικές, στομφώδεις υποσχέσεις  και επικίνδυνες δραματικές καταστάσεις.

 Σίγουρα κάποια στιγμή ο Ζουρίτα ένοιωσε αυτό που λένε κλήση, και εγκατέλειψε την ξένοιαστη υπεράνω θέση, απ'όπου κορόιδευε τους άλλους που παθιάζονταν με κάτι, για να γίνει ένα με το περιβάλλον του-ακόμα και με κίνδυνο της ζωής του. Και δεν ξαναέδωσε αφορμή σε άλλους να γελάσουν με κάτι που γινόταν στον κόσμο και να αποστασιοποιηθούν από αυτόν, αλλά να πάρουν θέση στις πιο ακραίες καταστάσεις, να καταδικάσουν σε θάνατο εχθρούς και προδότες των συναγωνιστών τους, να επιδείξουν θάρρος και πνεύμα θυσίας σε σαμποτάζ, πιστολίδια και άλλα παρόμοια και να ζουν με την προοπτική να τους βασανίσουν ή να τους σκοτώσουν ανά πάσα στιγμή.

 Ο αρχηγός του ένοπλου τμήματος μιας τέτοιας οργάνωσης θεωρείται πάντα ότι έχει γεννηθεί ηγέτης. Όμως ο Ζουρίτα, παρ' όλη την σπιρτάδα του και το καταπληκτικό χιούμορ του, δεν ήταν ποτέ ο τύπος του ηγέτη, που όλη η τάξη να θαυμάζει. Πρώτα απ' όλα ο ρόλος του ηγέτη για έναν οποιονδήποτε μεμονωμένο μαθητή ήταν άγνωστο φαινόμενο στο γυμνάσιό μας. Ύστερα ήταν σωματικά αδύναμος και το στιλ του ήταν απλό και σεμνό. Και τέλος, ίσως το πιο βασικό, δεν έδειξε ποτέ του την επιθυμία να είναι ηγέτης γενικώς.

 Θα έπρεπε να είχε συμβεί πραγματική μεταμόρφωση για να κάνει τον Ζουρίτα είδωλο για τα απλά μέλη της οργάνωσής του, και εκείνα να τον βλέπουν με το γνώριμο μείγμα σεβασμού και θαυμασμού, και να παίρνουν θάρρος για νέα σαμποτάζ και παρόμοιες ενέργειες. Ίσως αυτό που εγώ θεωρούσα ότι ήταν μεταμόρφωση δεν ήταν παρά δυνάμεις, που ήταν κρυμένες μέσα του και περίμεναν απλά την ευκαιρία να βγουν στην επιφάνεια.

 Ίσως πάλι δεν ήταν ούτε μεταμόρφωση, ούτε κρυμένες δυνάμεις, αλλά απλά και μόνο η αιώνια απαίτηση του Ινστιτούτο Νασιονάλ προς τους μαθητές του, που έκανε τον Ζουρίτα ηγέτη ανταρτών. Πολλοί πρόεδροι της Χιλής, αλλά και άλλες προσωπικότητες από το χώρο της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης κλπ είχαν τελειώσει το Ινστιτούτο Νασιονάλ, που οι μαθητές του κάθε χρόνο είχαν το μεγαλύτερο βαθμό στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Το μεγαλείο και η φήμη του Ινστιτούτο Νασιονάλ, την οποία έπρεπε και εμείς να επιβεβαιώσουμε,  έπεφτε πάνω μας βαρύ σαν ταφόπλακα. Και ο Ζουρίτα, το πειραχτήρι της τάξης, θα γινόταν αναμφίβολα κάτι ξεχωριστό.

 

 Έφτασα στην άλλη άκρη της αίθουσας τράνζιτ χωρίς να δω έστω και έναν, που να έχει πιθανότητες να είναι ο Ζουρίτα. Στάθηκα και κύτταξα γύρω μου. Έπρεπε να βρω τον συμμαθητή μου πριν τον βρούνε άλλοι.

 Με ανησυχία διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα, βλέποντας την ουρά στην έξοδο, να υπολογίσω, πόση ώρα μπορούσα ακόμα να ψάχνω. Σε λίγα λεπτά θα έκλειναν την είσοδο, που οδηγούσε στο αεροπλάνο μου.

 Το αεροπλάνο μου…Όταν αποφάσισα να ψάξω για τον Ζουρίτα, αυτόματα σκέφτηκα ότι εκείνος δεν θα πετούσε στο ίδιο αεροπλάνο μαζί μου, για τον απλούστατο λόγο ότι η Δανία δεν ήταν ποτέ χώρα, που φιλοξενούνταν επιφανείς Χιλιάνοι ηγέτες της αντίστασης κατά της δικτατορίας. Η Ιταλία, η Γαλλία, ακόμα και η Σουηδία ήταν οι «σωστές» χώρες. Γι' αυτό και απόκλεισα όλους όσους στέκονταν στη δική μου ουρά. Και για τον ίδιο λόγο στεκόμουν τώρα στην άλλη άκρη της αίθουσας τράνζιτ. Όμως το αεροπλάνο μου δεν θα πήγαινε στη Δανία. Εγώ πήγαινα στη Δανία. Το αεροπλάνο πήγαινε στο Παρίσι, όπου θα άλλαζα αεροπλάνο για την Κοπεγχάγη.

 Όταν έχεις πραγματικά ανάγκη να σκεφτείς λογικά, με τίποτα δεν το καταφέρνεις. Τη στιγμή που έβγαλαν τα μεγάφωνα την ανακοίνωση, ο Ζουρίτα θα μπορούσε μια χαρά να βρίσκεται δίπλα μου ή τουλάχιστον στην ίδια ουρά, όπως η κοπέλα από τη Δανία, και καθ' οδόν για το Παρίσι.

 Έπρεπε να συνέλθω. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι τα μεγάφωνα δεν είχαν επαναλάβει την ανακοίνωση. Και αυτό μπορεί να σήμαινε ότι ο Ζουρίτα, με ή παρά τη θέλησή του, είχε κιόλας απευθυνθεί στην αστυνομία του αεροδρομίου στην είσοδο της αίθουσας τράνζιτ. Έτρεξα προς τα εκεί.

 Η είσοδος…Λίγα βήματα πιο πέρα τα διαβατήρια των ταξιδιωτών ελέγχονταν εξονυχιστικά και σφραγίζονταν. Πιο κάτω, στο τέλος της αίθουσας, η ουρά για το δικό μου αεροπλάνο είχε μειωθεί σε μόλις λίγα μέτρα μήκος, που τα αποτελούσαν ελάχιστοι άνθρωποι. Η κοπέλλα από τη Δανία στεκόταν στις μύτες των ποδιών της και κοίταζε μέσα στο πλήθος δεξιά και αριστερά στην αίθουσα τράνζιτ, ψάχνοντας μάλλον για μένα, όμως δεν φανταζόταν ότι στεκόμουν πολύ πιο κοντά της, στον έλεγχο διαβατηρίων.

 Δυο αστυνομικοί με πολιτικά, με το απειλητικό λατινοαμερικάνικο στύλ τους, φρουρούσαν μια πόρτα, και έλεγχαν εξονυχιστικά τους επιβάτες που έμπαιναν στην αίθουσα τράνζιτ. Η πόρτα έμοιαζε καταπληκτικά με την πόρτα που μπήκα εγώ το 1983. Αν ο Ζουρίτα ήταν εκεί κοντά, τότε δεν μπορούσε παρά να βρίσκεται πίσω από εκείνη την πόρτα.

 Επίτηδες δεν άφησα τον εαυτό μου να το σκεφτεί, και πρόχώρησα προς τον αστυνομικό που στεκόταν μπροστά στην πόρτα, και του είπα: -Καλημέρα. Ήταν ένας κύριος που κάλεσαν τα μεγάφωνα, που τον έλεγαν Έκτορ Αλμπέρτο Ζουρίτα Άλφαρο…; Εκείνος σούφρωσε το μέτωπό του και έσφιξε τα μάτια του. Ήξερε για τι πράγμα μιλούσα. Και ήξερε ότι εγώ δεν ήμουν ο Ζουρίτα.

 Παρέμεινε ακίνητος, όπως και ο συνάδελφός του, για μια στιγμή που παραήταν αργή για τα νεύρα μου. Και μετά με ρώτησε μιλώντας επιδεικτικά καθαρά: -Εσείς…είστε ο Έκτορ Αλμπέρτο Ζουρίτα Άλφαρο;

 Η ερώτηση ήταν για μένα σαν να μου είχε δώσει χαστούκι. Αυτό που ήθελε να πει ήταν: "Και εσάς τί σας νοιάζει;"

 Εγώ απάντησα: -Όχι, αλλά άκουσα το όνομά του στα μεγάφωνα. Τον ήξερα και σκέφτηκα ότι…

 Με διέκοψε. Όπως και πιο πριν το μόνο που κουνούσε ήταν τα χείλη του. -Εσείς…είστε ο Έκτορ Αλμπέρτο Ζουρίτα Άλφαρο;

 Ξανά ένοιωσα το χαστούκι. Αυτή τη φορά μιλούσε πιο δυνατά, και ο προειδοποιητικός τόνος μου έλεγε, ότι τώρα έπρεπε για το δικό μου το καλό να ξεκολλάω. Στα χρόνια της δικτατορίας θα με έστελναν κατευθείαν να κάνω παρέα στον Ζουρίτα και θα είχα την ίδια αντιμετώπιση με εκείνον. Η δικτατορία είχε περάσει, όμως η αστυνομία της Χιλής είχε ακόμα πολλές αρμοδιότητες. Και αν συνέχιζα να ανακατεύομαι στις δουλειές τους, οι δυο αστυνομικοί, έχοντας ένα σωρό παραγράφους με το μέρος τους, θα μπορούσαν μια χαρά να με συλλάβουν.

 -Δεν είμαι ο Έκτορ Ζουρίτα, είπα. Όμως θέλω να τον δω.

 Για μια στιγμή κοιταχτήκαμε με τον αστυνομικό στα μάτια. Το μόνο που ήθελα ήταν να δω τον Ζουρίτα. Εφτά χρόνια πηγαίναμε μαζί στην ίδια τάξη, φορούσαμε την ίδια σχολική στολή και υποφέραμε από τις ίδιες απαιτήσεις για επιτυχημένα αποτελέσματα. Ήταν ένα κομμάτι των παιδικών μου χρόνων στη Χιλή. Και στ' αρχίδια μου αν ήταν ένας από τους πιο καταζητούμενους ανθρώπους στην περίοδο της δικτατορίας! Δεν είχα ιδέα πώς, όμως ήθελα να τον δω, να του μιλήσω, να τον βοηθήσω.

 Σε όλο το ζωϊκό βασίλειο το σταθερό βλέμμα μεταξύ των αρσενικών σημαίνει μια πρόκληση να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους. Το βλέμμα του αστυνομικού ήταν ακίνητο σαν βράχος. Δεν ήθελε να υποχωρήσει. Ο χώρος μεταξύ μας έγινε ακόμα πιο στενός και η ένταση μεγαλύτερη. Και εγώ και εκείνος ξέραμε ότι η θέση του ήταν πολύ πιο πλεονεκτική από τη δική μου, και ότι θα μπορούσα να χάσω τα πάντα χωρίς να κερδίσω τίποτα. Τράβηξα το βλέμμα μου από πάνω του και κοίταξα την έξοδό μου.

 Η ουρά είχε εξαφανιστεί. Μόνο η κοπέλλα από τη Δανία και ο τεράστιος σάκος της στέκονταν μπροστά στις δυο αεροσυνοδούς πίσω από το γκισέ. Είχε δει σε ποιό σημείο της αίθουσας τράνζιτ βρισκόμουν και μου έκανε απεγνωσμένα νόημα με την κάρτα επιβίβασης. Μετά έκανε νόημα στις δυο αεροσυνοδούς και μου φάνηκε ότι τις έπεισε να μην τα μαζέψουν ακόμα και να περιμένουν τον καθυστερημένο επιβάτη.

 Στράφηκα στον αστυνομικό και τον κοίταξα στα μάτια για τελευταία φορά. Ήταν τίγρης σε στάση αναμονής, αν ορμούσε, θα με δάγκωνε κατευθείαν στο λαιμό. Δεν είχα άλλη επιλογή. Τον άφησα και έτρεξα στην καρέκλα που είχα αφήσει την χειραποσκευή μου.

  -Μήπως ξαφνικά άλλαξες γνώμη και δεν θέλεις να γυρίσεις στη Δανία; με ρώτησε η Δανέζα παίρνοντας αστείο ύφος, ενώ εγώ έδειχνα την κάρτα επιβίβασης. Σαστισμένος έγνεψα αρνητικά, κουνώντας το κεφάλι, και εκείνη κατάλαβε ότι δεν είχα κατά νου να εξηγήσω το λόγο της παράξενης συμπεριφοράς μου.

 Στο αεροπλάνο χωριστήκαμε συμφωνώντας να τα πούμε αργότερα. Το πού θα έβαζε τον πελώριο σάκο της αποτελούσε μεγάλο αίνιγμα για μένα. Έμοιαζε σαν μετάλλαξη ανθρώπου και σαλιγκαριού, που πήγαινε με άτσαλα βήματα προς το πιλοτήριο. Εγώ προχώρησα αντίθετα, προς την ουρά του αεροπλάνου, όπου βρήκα τη θέση μου.

 Θα μάθαινε ποτέ ο Ζουρίτα ότι ο Πάλμα, ο συμμαθητής του από το Ινστιτούτο Νασιονάλ, τον έψαχνε μια μέρα στο αεροδρόμιο του Σαντιάγο; Ό,τι και να είχε κάνει, εγώ ευχόμουν γι' αυτόν το καλύτερο. Ευχόμουν με όλη μου την καρδιά η κλήση του από τα μεγάφωνα να οφειλόταν σε μια ασήμαντη γραφειοκρατική λεπτομέρεια, και ότι αργότερα μπόρεσε να φύγει από τη Χιλή νόμιμα.

 Κατηγορούσα τον εαυτό μου που τα είχα κοπανήσει την προηγούμενη νύχτα και ήμουν τόσο χάλια στο αεροδρόμιο, που δεν είχα συλλάβει την πλήρη έκταση της κατάστασης αμέσως, δεν είχα αντιδράσει γρήγορα, και δεν είχα επιμείνει λίγο παραπάνω όταν βρέθηκα απέναντι στον αστυνομικό που φρουρούσε την πόρτα.

 Αργότερα, όταν η νύχτα σκέπασε το αεροπλάνο, κατηγορούσα τον εαυτό μου για το ότι τα αισθήματά μου για τον Ζουρίτα ίσως δεν οφείλονταν σε τίποτα άλλο, παρά μόνο στο φόβο να ξεχάσω τα παιδικά μου χρόνια στη Χιλή εξαιτίας της ενήλικης ζωής μου στη Δανία. Όπως περνάει ο καιρός, φοβάμαι όλο και περισσότερο να χάσω όλα όσα είχα μέσα μου όταν ήρθα στη Δανία. Και το να συναντήσω τον Ζουρίτα και να ξαναζήσω ένα κομμάτι των χιλιάνικων παιδικών μου χρόνων δεν ήταν παρά πειρασμός, που δεν μπορούσα να του αντισταθώ. Ναι, κατηγορούσα τον εαυτό μου σε όλο το δρόμο ως τη Γαλλία.

 

 Κατά την άφιξη στο αεροδρόμιο του Παρισιού κοίταξα ένα γύρο προσπαθώντας να δω την κοπέλλα από τη Δανία, όμως δεν τα κατάφερα. Έπρεπε να περιμένω πολλή ώρα εκεί πίσω που καθόμουν στην ουρά του αεροπλάνου μέχρι να βγω έξω. Εκείνη ήταν σίγουρα στο λεωφορείο για την έξοδο, όπου θα πετούσε σε μια ώρα το αεροπλάνο για τη Δανία.

 Βρήκα την έξοδο για την Κοπεγχάγη, κάθησα και περίμενα. Το αίσθημα ανησυχίας που δημιουργεί η αδυναμία να ελέγξεις μια κατάσταση δεν με άφηνε να ηρεμήσω. Δεν μπορούσα ακόμα να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι στο αεροδρόμιο του Σαντιάγο βρέθηκα τόσο κοντά στον Ζουρίτα.

 Κάπου κοντά μου μιλούσαν Δανέζικα. Η Δανία πλησίαζε. Πού νά' χε πάει η κοπέλλα εκείνη και ο σάκος της; Ίσως και να χάθηκε μέσα σε εκείνο το λαβύρινθο από μπετόν και πλαστικό.

 Ξαφνικά ένοιωσα σαν να με χτύπησε κεραυνός…στη σκέψη ότι ο Ζουρίτα μπορεί να ήταν στο ίδιο αεροπλάνο για το Παρίσι! Ναι….αν, βέβαια, τα μεγάφωνα τον είχαν καλέσει για κάτι ασήμαντο. Και το θέμα είναι ότι η αστυνομία αεροδρομίου τακτοποιεί και κάποια έκτακτα ζητήματα, που δεν ανήκουν στις αρμοδιότητες των αεροπορικών εταιριών ή του προσωπικού του αεροδρομίο, όπως π.χ. να ψάξουν τον ιδιοκτήτη μιας ξεχασμένης τσάντας ή ενός εισιτηρίου. Αν ήταν έτσι, τότε εκείνος απλά και όμορφα έφυγε από την ουρά που δεν ήθελα να στέκομαι εγώ, πήγε στην είσοδο που του είπαν, έκανε τη δουλειά του και μετά γύρισε στην ουρά και μπήκε στο αεροπλάνο. Στο μεταξύ εγώ περιπλανιόμουν μέσα στις αναμνήσεις μου και τον έψαχνα οπουδήποτε αλλού στην αίθουσα τράνζιτ. Και όσο για την αντίδραση του αστυνομικού…αλήθεια, είχε καθόλου αντίδραση; Στον εχθρικό τρόπο του, που είναι φυσιολογικός για τον τυπικό χιλιάνο μπάτσο, δεν υπήρχε τίποτα που να αποδεικνύει ότι ο Ζουρίτα βρισκόταν πίσω από την πόρτα που φρουρούσε εκείνος. Ή ίσως και να μην φρουρούσε καμία πόρτα, παρά μονάχα στεκόταν εκεί και πρόσεχε το σφράγισμα των διαβατηρίων των επιβατών. Γιατί εγώ το έδεσα κόμπο ότι και καλά ο Ζουρίτα ήταν πίσω από εκείνη την πόρτα;

 Οι δικές μου κακές εμπειρίες στα αεροδρόμια της Χιλής με είχαν κάνει να μπερδέψω το χθές με το σήμερα. Στο μυαλό μου είχα το 1974, όταν εγώ έπρεπε να φύγω από τη χώρα με τα πόδια στον ώμο, και έβλεπα κάποιους συνεπιβάτες μου, πρόσφυγες σαν και μένα, να τους συλλαμβάνει η αστυνομία του αεροδρομίου. Όμως από το 1990 μπήκα και βγήκα από τη Χιλή χωρίς απολύτως κανένα πρόβλημα. Όσο περισσότερο σκεφτόμουν τα γεμάτα ένταση λόγια που ανταλλάξαμε με τον αστυνομικό, τόσο πιο καθαρά μου φαίνεται ότι μάλλον είχα παρεξηγήσει τα πράγματα.

 Ακόμα ένα σημαντικό σημείο: σε σύγκριση με ευρωπαϊκά αεροδρόμια το αεροδρόμιο του Σαντιάγο είναι μικρό σαν νάνος. Θυμάμαι τις ελάχιστες πινακίδες στις ελάχιστες εξόδους που διάβαζα ενώ έψαχνα τον Ζουρίτα: Μαϊάμι, Μοντεβιδέο, ένας τρίτος και ίσως και ένας τέταρτος, το ίδιο ασήμαντος τόπος προορισμού. Και το Παρίσι ήταν σίγουρα ο πιο κατάλληλος προορισμός για κάποιον σαν τον Ζουρίτα.

 Ξανασκέφτηκα την κατάσταση όσο πιο καλά μπορούσα, όμως το συμπέρασμα ήταν ότι τελικά το ότι τα μεγάφωνα κάλεσαν τον Ζουρίτα δεν σήμαινε απαραίτητα ότι τον συνέλαβαν και δεν τον άφησαν να ταξιδέψει.

 Οι γνώσεις μου για τα πολιτικά πράγματα της Χιλής ήταν ελλιπείς. Όμως αρκετές φορές είχα ακούσει πολλούς Χιλιάνους να παραπονιούνται για την πολιτική του τύπου «περασμένα-ξεχασμένα», κατά την οποία και ο στρατός και η αριστερά, που διέπραξαν εγκλήματα κατά τη δικτατορία, τη γλύτωσαν επειδή η καινούρια κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με τη διακυβέρνηση της χώρας. Θα μπορούσε ο Ζουρίτα να ήταν ένας από εκείνους που είχαν ευνοηθεί από έναν τέτοιο νόμο.

 Ξαφνικά ένοιωσα μια καταλυτική αίσθηση ότι είχα καθήσει μόλις λίγα μέτρα από τον Ζουρίτα στο ίδιο αεροπλάνο, ενώ γεμάτος τύψεις κατηγορούσα και βασάνιζα τον εαυτό μου για τη στάση μου. Η υπόθεση μετατράπηκε σιγά σιγά σε βεβαιότητα. Ο Ζουρίτα ήταν στο ίδιο αεροπλάνο με μένα. Και το μόνο που μου έμενε ήταν ένα συναίσθημα απόλυτης γελοιότητας.

 Σηκώθηκα για να διώξω το ενοχλητικό συναίσθημα από πάνω μου και άρχισα να κόβω βόλτες πάνω-κάτω. Για τον ίδιο λόγο προσπάθησα να εστιάσω την προσοχή μου στους ανθρώπους γύρω μου, Δανούς και Γάλλους. Μια ομάδα Γάλλων, που μοιάζαν με επιχειρηματίες, στέκονταν κοντά στην έξοδο και συζητούσαν με την σαφή πρόθεση να ακουστούν μέχρι το άλλο ημισφαίριο. Και για μια φορά ακόμα κατάλαβα ότι τα Γαλλικά είναι μια γλώσσα χωρίς ανδρισμό, χωρίς μουσικότητα, και γενικά ακούγεται απαίσια. Αντίθετα τα Δανέζικα έχουν και ρυθμό και στερεότητα.

 Τί γελοίο! Ο Ζουρίτα και εγώ πετάξαμε με το ίδιο αεροπλάνο. Η προσωπική γελοιότητα είναι πιο εύκολο να την αντέξεις από τον παραλογισμό της ζωής. Και ξαφνικά μου ήρθε να γελάσω. Για ποιό λόγο τά' χα βάλει με τον εαυτό μου όλη νύχτα; Μήπως είχα πιστέψει ότι ο αυτοβασανισμός θα με βοηθήσει να ανακατασκευάσω το χιλιάνικο παρελθόν μου ή ότι θα με έκανε καλύτερο και πιο ευαίσθητο άνθρωπο;

 Μια δανέζα κυρία περασμένης ηλικίας με παρατηρούσε με σοβαρό ύφος, έτσι που υποψιάστηκα ότι είχα γελάσει δυνατά και έδινα την εντύπωση σχιζοφρενούς.

 Στο αεροδρόμιο του Σαντιάγο είχα φανταστεί τον Ζουρίτα σαν ήρωα. Έναν πραγματικό άντρα και ιδεαλιστή, που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για την ελευθερία της χώρας του. Όμως εδώ, στο αεροδρόμιο του Παρισιού, είδα έναν άλλο Ζουρίτα. Ήταν σαν το μυαλό μου να είχε κάνει κωλοτούμπα και να είχε προσγειωθεί ανάποδα. Γιατί εκείνος ο Ζουρίτα που καθόταν στο αεροπλάνο όχι πολύ μακριά από μένα, ήταν κάποιος που ανυπομονούσε να φτάσει σε μια πολιτική συνάντηση ή ένα ταξίδι αναψυχής. Και αυτός ο άνθρωπος ήταν ο τύπος του παιδαριώδους και αποκτηνωμένου ψυχοπαθή, που τον μαγεύουν τα όπλα και τα εκρηκτικά. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αμείλικτος, αδιάφορος, και δεν έδινε δεκάρα για μια ζωή λιγότερη, όσο αυτό εξυπηρετούσε το σκοπό του.

 Προτιμούσα να βλέπω μόνο τον ήρωα Ζουρίτα. Όμως δεν μπορούσα να μην σκεφτώ ότι είχα γνωρίσει αρκετό κόσμο από διάφορες εθνικότητες, που είχαν μπλεχτεί σε κατασκοπίες, ανταρτοπόλεμο, υπονόμευση του αντιπάλου, παραστρατιωτικές ομάδες και άλλα παρόμοια. Και εκείνοι ομολογούσαν, συχνά με τις ίδιες λέξεις και φράσεις, ότι τέτοιες δραστηριότητες είναι γεμάτες με απογοητευμένους ψυχοπαθείς, που δεν αγωνίζονται για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Είναι "στον αγώνα" με το μέρος ή εναντίον κάποιων, γιατί δεν μπορούν να λειτουργήσουν κάτω από φυσιολογικές συνθήκες. Στη χειρότερη περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους βίαιους και σαδιστές, που εύκολα αλλάζουν στρατόπεδο και δουλεύουν για τον "εχθρό", αν αυτός τους κάνει μια καλύτερη πρόταση.

 "Η μεθυστική αίσθηση ότι παίζεις σε ταινία" άκουγα συχνά να λένε για αυτό. Κάποιοι από εκείνους που χρησιμοποιούσαν αυτή τη φράση, ομολογούσαν ότι όταν έκαναν αναδρομή στο παρελθόν και θυμόνταν τον εαυτό τους "στον αγώνα", τους ήταν αδύνατον να τον αναγνωρίσουν.</font